Μητέρα ή γιαγιά, ΚΑΤ ή Παίδων - Όλα συζητήθηκαν εκτός από τη σπασμένη κούνια - «Ψέματα», ειρωνείες και αντεγκλήσεις



Στη συνεδρίαση Λογοδοσίας της δημοτικής αρχής Σπάτων - Αρτέμιδος, στις 30 Ιουνίου 2026, τέθηκε ως ερώτημα το πώς ελέγχονται και πώς συντηρούνται οι παιδικές χαρές του δήμου.

Αφορμή, σύμφωνα με όσα ανέφερε ο δημοτικός σύμβουλος της ΑΝ.Α.Σ.Σ.Α. Θανάσης Ζηρογιάννης, ο τραυματισμός παιδιού από σπασμένη αλυσίδα κούνιας στην παιδική χαρά της πλατείας Ξενοφώντος στα Σπάτα. Ο ίδιος υποστήριξε ότι η βλάβη παρέμενε για μήνες, παρά τις οχλήσεις κατοίκων, και ότι η επισκευή έγινε μετά το ατύχημα.

Θα περίμενε κανείς ότι η απάντηση της διοίκησης θα περιλάμβανε ημερομηνίες ελέγχων, καταγραφές βλαβών, δελτία επισκευών και σαφείς εξηγήσεις για το πότε εντοπίστηκε και πότε αποκαταστάθηκε η σπασμένη αλυσίδα.

Αντί γι’ αυτό, η συζήτηση μετατράπηκε γρήγορα σε αντιπαράθεση για το ποιος λέει ψέματα, ποιο νοσοκομείο επισκέφθηκε το παιδί και αν δίπλα στο παιδί ενός προηγούμενου ατυχήματος βρισκόταν η μητέρα ή η γιαγιά.


«Παιδικές χαρές είναι, όχι συνεργεία»

Όταν ζητήθηκε να διευκρινιστεί αν υπάρχουν βιβλία συντήρησης και γραπτά δελτία ελέγχου των παιδικών χαρών, ο αρμόδιος αντιδήμαρχος Πέτρος Πουλάκης απάντησε:

«Βιβλίο συντηρήσεων… δεν είναι συνεργεία (οι παιδικές χαρές)».

Η φράση μπορεί να ειπώθηκε αυθόρμητα, αλλά αποκαλύπτει μια εξαιρετικά προβληματική αντίληψη. Ακριβώς επειδή οι παιδικές χαρές δεν είναι συνεργεία, αλλά χώροι στους οποίους παίζουν μικρά παιδιά, ο έλεγχος και η συντήρησή τους δεν μπορούν να βασίζονται στη μνήμη ενός επόπτη που «περνάει, τις βλέπει και όπου βλέπει έλλειψη τη φτιάχνει».

Το ισχύον πλαίσιο προβλέπει πρόγραμμα τακτικής συντήρησης, πρωτόκολλο ελέγχου, καταγραφή  βλαβών, άμεση επισκευή του φθαρμένου εξοπλισμού και θέση εκτός λειτουργίας όσων οργάνων εγκυμονούν κινδύνους. Προβλέπεται επίσης η τήρηση αριθμημένου και θεωρημένου βιβλίου συμβάντων.

Επομένως, η απάντηση στο ερώτημα «υπάρχουν έγγραφα;» δεν μπορεί να είναι ότι οι παιδικές χαρές δεν είναι συνεργεία. Θα μπορούσε να είναι:

«Ναι, ιδού το δελτίο ελέγχου».

«Ο τελευταίος έλεγχος έγινε την τάδε ημερομηνία».

«Η βλάβη αναφέρθηκε τότε και επισκευάστηκε τότε».

Ή, αν δεν υπάρχουν τέτοιες καταγραφές, να ειπωθεί καθαρά και να εξηγηθεί γιατί.


Η πιστοποίηση που είχε λήξει

Ο αντιδήμαρχος ανέφερε επίσης ότι οι πιστοποιήσεις των παιδικών χαρών είχαν λήξει στις 15 Ιουνίου και ότι την επόμενη εβδομάδα θα πιστοποιούνταν και οι 17 παιδικές χαρές του Δήμου.

Αν αυτό ισχύει, τότε κατά τη συνεδρίαση της 30ής Ιουνίου είχε μεσολαβήσει ένα διάστημα περίπου δύο εβδομάδων χωρίς ενεργή πιστοποίηση. Αυτό εννοείται ότι δε σημαίνει ότι όλες οι παιδικές χαρές μετατράπηκαν σε επικίνδυνες μέσα σε μια μέρα. Απαιτεί, όμως, μια σοβαρή εξήγηση: Γιατί καθυστέρησε η πιστοποίηση; Λειτουργούσαν κανονικά στο διάστημα αυτό; Αν σε αυτό το διάστημα γινόταν ένα ατύχημα; 


«Άλλο η μητέρα, άλλο η γιαγιά»

Η ένταση κορυφώθηκε όταν η Άννα Ραφτοπούλου αναφέρθηκε στο προηγούμενο περιστατικό με το παιδί που ακούμπησε γυμνά καλώδια σε δημόσιο χώρο κοντά σε παιδική χαρά της Αρτέμιδας. Η ίδια είπε ότι η μητέρα του παιδιού βρισκόταν σε μικρή απόσταση, είδε όσα συνέβησαν και ότι το παιδί ακούμπησε τα καλώδια με το χέρι του.

Ο Πέτρος Πουλάκης όμως εστίασε σχεδόν αποκλειστικά στο ποιος συνόδευε το παιδί:

«Η μητέρα του παιδιού δεν ήταν στην παιδική χαρά, ήταν η γιαγιά».

Και συνέχισε, επαναλαμβάνοντας με ιδιαίτερα έντονο και δραματικό τρόπο:

«Ήταν η γιαγιά και όχι η μητέρα. Φωνάζετε και λέτε «η μητέρα». Ήταν η γιαγιά. Άλλο η γιαγιά κι άλλο η μαμά».

Η διόρθωση μιας ανακριβούς λεπτομέρειας είναι ασφαλώς θεμιτή. Αν πράγματι παρούσα ήταν η γιαγιά και όχι η μητέρα, αυτό μπορεί να αποσαφηνιστεί σε μία πρόταση. Δεν μπορεί όμως η συγκεκριμένη λεπτομέρεια να μετατρέπεται σε κεντρικό θέμα της συζήτησης, ούτε να παρουσιάζεται σαν να ακυρώνει όλο το περιστατικό.

Ο αντιδήμαρχος χρησιμοποίησε τη διαφορά ανάμεσα στη μητέρα και τη γιαγιά ως απόδειξη ότι η άλλη πλευρά παραπληροφορεί:

«Λέτε ψέματα για παραπληροφόρηση. Λέτε ψέματα. Είστε ψεύτες για παραπληροφόρηση».

Και έκλεισε τη σχετική τοποθέτηση με ύφος οριστικής επιβολής: 

«Άλλο η γιαγιά κι άλλο η μαμά. Λοιπόν, τελειώσαμε. Θα μαθαίνετε πρώτα πώς είναι τα γεγονότα και μετά θα κάνετε ερωτήσεις».

Μόνο που δεν «τελειώσαμε». Γιατί το αν δίπλα στο παιδί ήταν η μητέρα, η γιαγιά ή οποιοσδήποτε άλλος συνοδός δεν απαντά στο βασικό ερώτημα: υπήρχαν ή όχι γυμνά καλώδια σε σημείο προσβάσιμο σε παιδιά;

Ακόμη και αν η Ραφτοπούλου έκανε λάθος ως προς το πρόσωπο που συνόδευε το παιδί, το λάθος αυτό δεν αλλάζει την ουσία. Το παιδί ακούμπησε καλώδια, υπέστη εγκαύματα και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Η διοίκηση όφειλε να εξηγήσει πότε εντοπίστηκε το πρόβλημα, πότε αποκαταστάθηκε και ποια μέτρα ελήφθησαν ώστε να μην επαναληφθεί.

Η δραματική επιμονή στο «ήταν η γιαγιά» λειτούργησε περισσότερο ως προσπάθεια απαξίωσης της συνομιλήτριας παρά ως απάντηση. 

Και τελικά, το «άλλο η γιαγιά κι άλλο η μαμά» μπορεί να είναι κυριολεκτικά σωστό. Πολιτικά, όμως, ήταν εντελώς άσχετο με το πραγματικό ερώτημα. Το παιδί δεν κινδύνεψε περισσότερο ή λιγότερο επειδή το συνόδευε η γιαγιά αντί για τη μητέρα του, αλλά επειδή βρέθηκε κοντά σε εκτεθειμένα καλώδια.


ΚΑΤ ή Παίδων;

Ένα ακόμη σημείο στο οποίο επέλεξε να επικεντρωθεί ο Πέτρος Πουλάκης ήταν το νοσοκομείο στο οποίο, σύμφωνα με όσα μεταφέρθηκαν στη συνεδρίαση, πήγε το παιδί μετά τον τραυματισμό του στην παιδική χαρά της πλατείας Ξενοφώντος.

Ο Θανάσης Ζηρογιάννης ανέφερε ότι το παιδί διακομίστηκε στο νοσοκομείο και έλαβε φαρμακευτική αγωγή. Όταν στη συζήτηση ακούστηκε ότι είχε πάει στο ΚΑΤ, ο αντιδήμαρχος δεν περιορίστηκε να πει ότι, σύμφωνα με τη δική του ενημέρωση, το συγκεκριμένο στοιχείο ήταν ανακριβές. Το μετέτρεψε σε βασικό επιχείρημα ότι η συνολική καταγγελία ήταν ψευδής:

«Ότι το παιδάκι χτύπησε και πήγε στο ΚΑΤ; Μόνο στο ΚΑΤ δεν πήγε».

Και το επανέλαβε:

«Μόνο στο ΚΑΤ δεν πήγε. Πάλι ψέματα σας είπαν. Μόνο στο ΚΑΤ δεν πήγε. Πάλι ψέματα σας είπαν. Πιστέψτε με».

Όταν ο Ζηρογιάννης απάντησε ότι την πληροφορία την είχε από τους γονείς, ο κ. Πουλάκης δεν άφησε περιθώριο ούτε για λάθος συνεννόηση, ούτε για διαφορετική ενημέρωση, ούτε για απλή διασταύρωση:

«Σας είπαν ψέματα οι γονείς. Σας είπαν ψέματα γιατί είναι αντίπαλοι της παράταξης. Είναι ξεκάθαρο».

Στη συνέχεια προχώρησε και σε ειρωνικό σχολιασμό:

«Καταρχάς, αν είναι παιδί μέχρι τα 17, πηγαίνει στο Παίδων. Δεκαέξι – δεκαεπτά χρονών πάει στο Παίδων. Τώρα, παιδί στο ΚΑΤ; Μάλλον θα είχαν κλείσει τα Παίδων και το πήγαν στο ΚΑΤ… Εντάξει; Εντάξει. Λοιπόν, ψέμα στο ψέμα. Ή σας λένε ψέματα ή εσείς λέτε ψέματα».

Η κατηγορηματική δήλωση του Πέτρου Πουλάκη,ότι ένας έφηβος 16 ή 17 ετών «πηγαίνει στο Παίδων και όχι στο ΚΑΤ» δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Απόφαση του ΚΕΣΥ το 2010 και σχετικό έγγραφο του υπουργείου Υγείας το 2011 έδωσαν στους εφήβους μετά τα 16 τη δυνατότητα να αντιμετωπίζονται από κλινικές ενηλίκων.

Συνεπώς, μόνο από την ηλικία του παιδιού δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι εξετάστηκε στο ΚΑΤ. Για να διαψευστεί η πληροφορία απαιτείται συγκεκριμένο στοιχείο για το περιστατικό — όχι ειρωνεία περί «κλειστών Παίδων».


«Λέτε ψέματα» και... «τέλος»

Καθ’ όλη τη διάρκεια της αντιπαράθεσης ακούστηκαν επανειλημμένα οι φράσεις:

«Λέτε ψέματα».

«Είστε ψεύτες».

«Τέλος».

«Θα μαθαίνετε πρώτα πώς είναι τα γεγονότα και μετά θα κάνετε ερωτήσεις».

Πρόκειται για εκφράσεις που δεν παραπέμπουν σε Λογοδοσία, αλλά σε άλλες εποχές, όταν η εξουσία θεωρούσε ότι μπορούσε να κλείνει μια συζήτηση απλώς υψώνοντας τη φωνή και ανακοινώνοντας ότι «τελειώσαμε».

Ένας αντιδήμαρχος έχει κάθε δικαίωμα να διαψεύσει μια ανακριβή καταγγελία. Για να το κάνει πειστικά, χρειάζεται να παρουσιάσει στοιχεία. Όχι να παριστάνει τον αδικημένο που αναζητά το δίκιο του φωνάζοντας πιο δυνατά από όλους τους άλλους.

Το έντονο και σχεδόν θεατρικό ύφος δεν μετατρέπει μια θέση σε αλήθεια. Η συνεχής επανάληψη μιας φράσης δεν αποτελεί απόδειξη. Και το «τέλος» δεν είναι απάντηση σε αιρετούς συμβούλους που ασκούν το δικαίωμά τους να ρωτούν.


Λογοδοσία ή αγγαρεία;

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο συγκεκριμένος αντιδήμαρχος απαντά με αυτόν τον τρόπο σε ερωτήματα δημοτικών συμβούλων. Και δεν είναι ο μόνος.

Όποιος παρακολουθεί συστηματικά τις συνεδριάσεις έχει δει επανειλημμένα την ίδια εικόνα: άλλοτε βαρύ και απαξιωτικό ύφος, άλλοτε νεύρα, κοφτές απαντήσεις και μια στάση που θυμίζει «αποφασίζουμε και διατάζουμε».

Σαν η Λογοδοσία να είναι μια ενοχλητική αγγαρεία που πρέπει να τελειώσει όσο γίνεται γρηγορότερα. Σαν οι ερωτήσεις να αποτελούν προσωπική προσβολή και όχι θεσμική υποχρέωση της αντιπολίτευσης. Σαν κάθε κριτική να προέρχεται αναγκαστικά από «αντιπάλους της παράταξης».

Ακόμη και οι γονείς, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν, χαρακτηρίστηκαν άνθρωποι που λένε ψέματα επειδή είναι πολιτικοί αντίπαλοι.

Αν υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι οι πληροφορίες των γονέων ήταν ανακριβείς, ας παρουσιαστούν. Η πολιτική ταυτότητα —πραγματική ή υποτιθέμενη— ενός γονέα δεν ακυρώνει μια καταγγελία για σπασμένη κούνια.


Χάθηκε ξανά η ουσία

Η συζήτηση θα μπορούσε να είναι απλή και χρήσιμη.

Η αντιπολίτευση θα παρουσίαζε τις πληροφορίες και τη φωτογραφία της. Η διοίκηση θα έδινε τα δελτία ελέγχου, τις ημερομηνίες συντήρησης και το ιστορικό της επισκευής. Θα συμφωνούσαν σε έναν ταχύτερο τρόπο αναφοράς των βλαβών και σε άμεση απομόνωση κάθε επικίνδυνου οργάνου.

Αντί γι’ αυτό, μητέρα ή γιαγιά, ΚΑΤ ή Παίδων, ψεύτες ή συκοφάντες.

Φωνές για να κερδηθούν οι εντυπώσεις από όσους παρακολουθούν χωρίς να γνωρίζουν το θεσμικό και πραγματικό υπόβαθρο. Διακοπές, ειρωνείες και ανταγωνισμός για το ποιος θα ακουστεί περισσότερο.

Και στο τέλος έμεινε αναπάντητο το απλούστερο ερώτημα:

Πότε ελέγχθηκε η συγκεκριμένη κούνια, πότε καταγράφηκε η σπασμένη αλυσίδα και ποιο έγγραφο αποδεικνύει πότε επισκευάστηκε;

Όταν υπάρχει τραυματισμός παιδιού, η διοίκηση δεν χρειάζεται να κερδίσει τον καβγά. Χρειάζεται να αποδείξει ότι έκανε —και θα κάνει— τη δουλειά της.




Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια